#Bookblog


Βιβλία στο προσκέφαλο: Πολυαγαπημένα, πολυδιαβασμένα, βιβλία που μας διαμόρφωσαν ή μας στήριξαν σε δύσκολες στιγμές. Πρόσωπα της γραφής ξεφυλλίζουν την «αυτοβιογραφική» βιβλιογραφία τους.

Μεταφρασμένος και βραβευμένος πεζογράφος, όπου η κοινωνική μέριμνα διασταυρώνεται με το οικείο και το ανοίκειο, το αδιαπραγμάτευτο, το ανομολόγητο, το αδιανόητο, το μυθικό, το μυστικό.

Χαμηλόφωνος και ακριβής ρεαλισμός που στοχεύει στον κλονισμό του αναγνώστη, εντός και εκτός σελίδας. 

Εδώ ο Χρήστος Οικονόμου, σε μια αυτοβιβλιογραφική εξομολόγηση, αναψηλαφεί τα αναγνωστικά του ήθη από τεσσάρων ετών έως σήμερα. Μια ελκυστική αφήγηση, θυμίζοντας άτυπο διήγημα, όπου συνυπάρχουν ανάγλυφα αισθήσεις, εικόνες, μνήμες.

*

Καλοκαίρι του ’74. Ο πατέρας μου μόλις έχει επιστρέψει από την Αμερική, φέρνοντας δέκα κούτες δώρα μόνο για μένα -μια πράξη εξιλέωσης, σκέφτομαι τώρα, για το γεγονός ότι βλέπει για πρώτη φορά τον γιο του, τέσσερα χρόνια αφότου γεννήθηκε. Οι κούτες είναι γεμάτες παιχνίδια, εκτός από μία που έχει βιβλία, γραμμένα στα αγγλικά φυσικά.

Είναι μάλλον τα πρώτα βιβλία που θ’ ανοίξω στα γόνατά μου, τα πρώτα βιβλία που θα ξεφυλλίσω. Μέχρι τότε τα βιβλία δεν τα διάβαζα -τα άκουγα από τη μάνα μου.

Καθισμένοι κάτω από τη μουριά στην αυλή μιας παλιάς μονοκατοικίας στα Χανιά, εκείνη μου διάβαζε (ή μήπως μου τραγουδούσε;) τον Αχιλλέα και τον Πάτροκλο, τον Οδυσσέα και τους Κύκλωπες, τον Ανδροκλή και το λιοντάρι, τον Ερωτόκριτο και την Αρετούσα, κι εγώ άκουγα με μάτια και στόμα ορθάνοιχτα -κι ύστερα, όταν έμενα μόνος, γινόμουν ένα με τους ανύπαρκτους αλλά τόσο αληθινούς ήρωές μου και γέμιζαν οι αγκώνες και τα γόνατά μου πληγές από τις μάχες που έδινα με τον ατρόμητο Εκτορα, τον απαίσιο Πολύφημο και τον φοβερό Σπιθόλιοντα. 

Κι έτσι θα περάσω εκείνο το καλοκαίρι, παίζοντας με αμέτρητα παιχνίδια κάθε λογής -αεροπλάνα, στρατιωτάκια, τρένα και συναρμολογούμενα ρομπότ- και ξεφυλλίζοντας βιβλία που δεν καταλαβαίνω τι λένε, ενώ στ’ αυτιά μου αντηχούν η φλογέρα του «Τσοπανάκου» και τα εμβατήρια από το ραδιόφωνο, η φωνή της μάνας μου που ρωτάει όλο αγωνία στο τηλέφωνο τον πατέρα μου αν θα γίνει πόλεμος, και οι ψίθυροι των έντρομων γειτόνων, που είναι βέβαιοι ότι, μετά την Κύπρο, οι Τούρκοι θα έρθουν να αρπάξουν και την Κρήτη. 

Τόσα χρόνια μετά κι ακόμα θυμάμαι τον πατέρα μου να μου εξηγεί ότι τα βιβλία τα είχε φέρει για να τα διαβάσω όταν θα μάθαινα αγγλικά, «τη γλώσσα του μέλλοντος».

Ηταν η πιο αλλόκοτη συλλογή που μπορεί κανείς να φανταστεί: Οι Στρατιές της Νύχτας του Μέιλερ, το Πλούσιος και Φτωχός του Ιργουιν Σο, το Deliverance του Τζέιμς Ντίκι, ένα γουέστερν του Λούι Λ’ Αμούρ, το Bomber του Λεν Ντέιτον (το πρώτο μυθιστόρημα που γράφτηκε σε κομπιούτερ, όπως έμαθα αργότερα), το Lord of Dark Places του μαύρου συγγραφέα Χαλ Μπένετ (εκεί είδα για πρώτη φορά γραμμένη τη λέξη «fuck»), ένα βιβλίο που είχε στο εξώφυλλο μια πελώρια λευκή φάλαινα και λεγόταν Moby Dick και ένα άλλο που είχε στο εξώφυλλο ένα υπέροχο κόκκινο άλογο και λεγόταν The Catcher in the Rye

Αραγε από πού τα είχε αγοράσει όλα αυτά τα βιβλία; Τα είχε διαλέξει στην τύχη ή είχε ζητήσει βοήθεια από τον βιβλιοπώλη; Είχε εξηγήσει ότι προορίζονταν για ένα παιδί τεσσάρων χρόνων; Αν ναι, ποιος βιβλιοπώλης θα διάλεγε σαν παιδικό ανάγνωσμα βιβλία για το Βιετνάμ, βιβλία με ήρωες πιστολέρο, πόρνες και ανήλικους τοξικομανείς, βιβλία που έγραφαν για αιμομιξίες, φόνους και βιασμούς (ανδρών και γυναικών); Ηταν άραγε κανένας βαρεμένος βιβλιοφάγος ή μήπως καμιά χίπισσα Αμερικανίδα που, βλέποντας τον πατέρα μου με τη στολή του αξιωματικού του Πολεμικού Ναυτικού, σκέφτηκε να του δώσει ένα μάθημα που θα το θυμόταν για χρόνια

Δεν έμαθα ποτέ, δεν τον ρώτησα ποτέ. Ξέρω όμως πως αν, καθώς λένε, το διάβασμα είναι ένας δρόμος που αρχίζει κάπου και δεν τελειώνει πουθενά, τότε η δική μου πορεία ξεκίνησε από εκείνη την μεγάλη καφετιά κούτα. Ηταν ο Μόμπι Ντικ που θα με οδηγούσε, χρόνια αργότερα, στην Αγία Γραφή, στον Σέξπιρ, στον Κίρκεγκορ, στον Κάφκα και στον Νίτσε. Ηταν ο Ζαρατούστρα που θα με οδηγούσε στον Καζαντζάκη, Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται που θα με οδηγούσε στους Βυζαντινούς μυστικούς, κι από εκεί στον Παπαδιαμάντη, στον Βιζυηνό, στον Καβάφη. Και ήταν ο Φύλακας στη Σίκαλη που θα με οδηγούσε στον Ντίκενς και στον Φόκνερ, στον Κόρμακ Μακάρθι, στην Έμιλι Ντίκινσον και στη Φλάνερι Ο’ Κόνορ, κι εκείνη με τη σειρά της στον Ρέιμοντ Κάρβερ, στον Τσέχοφ και στους άλλους μεγάλους Ρώσους, απ’ όπου έφτασα -μέσα από απρόβλεπτους, λοξούς, μυστηριώδεις παράδρομους- στον Ντίτριχ Μπόνχεφερ και στις επιστολές που έστειλε από τη φυλακή προτού τον στείλει ο Χίτλερ στην αγχόνη, και που με κρατάνε, μήνες τώρα, ξάγρυπνο τις νύχτες.


Πηγή: efsyn.gr






© 2017 PROSPERUS Με επιφύλαξη κάθε νόμιμου δικαιώματος.