#Bookblog


Κάτω από τον βαρύ ίσκιο των Brownstones

Στην αστική αργκό της Νέας Υόρκης φέρουν το δηλωτικό όνομα «Brownstones». Είναι τα «Brownstones Brooklyn», το Σάνσετ Παρκ των ανθρώπων του Πολ Όστερ. Μια περιοχή που για κάμποσα χρόνια ήταν κάτι σαν απόπατος του «Μεγάλου Μήλου». Κτίσματα μουντά, καταθλιπτικά, με ευτελές ενοίκιο και έντονη μυρωδιά φόβου από την αυξημένη εγκληματικότητα στους δρόμους. Η ανθρωπογεωγραφία της εκτεινόταν από παρίες Αμερικανούς έως μετανάστες που δεν είχαν στον ήλιο μοίρα και οικογένειες με γλίσχρα –έως καθόλου– εισοδήματα.

Τα σαΐνια του real estate στη Νέα Υόρκη λένε πως πλέον η κατάσταση έχει αλλάξει άρδην, σε μια προσπάθεια να εξωραϊστούν τα τούβλινα μπλοκ και να υποδεχθούν ανθρώπους που δεν μπορούν να αντέξουν τα ακριβά ενοίκια στο κέντρο της πόλης. Πίσω στο 2008, το χρονικό όριο του μυθιστορήματος του Όστερ, τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά. Είναι το μεγάλο «κραχ» στην αμερικανική κτηματαγορά και η συνακόλουθη αναταραχή στην οικονομία της χώρας. Αίφνης μια στρατιά ανθρώπων δίχως προοπτική και με το σημάδι της αποτυχίας και της χρεοκοπίας έκτυπο στο βλέμμα τους, προκάλεσε κάμποσα ρίγη στη ραχοκοκαλιά μιας κοινωνίας που ακόμα και σήμερα φθέγγεται με ενοχικό τρόπο για το Μεγάλο Κραχ του 1929.

Κάπου εκεί κρύβονται οι ήρωες του Σάνσετ Παρκ, σε ένα εγκαταλειμμένο κτίριο που το κάνουν σπιτικό τους υπό τον φόβο να τους πετάξουν έξω οι αρχές της πόλης. Η χαλαρή συγκρότηση μιας παρέας αγνώστων μετατρέπεται βαθμηδόν σε μια δεμένη φαμίλια που κάτω από τον λερό ουρανό της πόλης κάνει όνειρα να φτιάξει το δικό της σπιτικό. Ο Όστερ δεν «ντύνει» τους ανθρώπους του με κάποιο ιδεολογικό μανδύα – δεν είναι μια μικρή θράκα αντίστασης απέναντι στη δυναστευτική πόλη. Στόχος του δεν είναι να μιλήσει για τα δύσκολα χρόνια των ΗΠΑ επί τη βάση μιας πολιτικής ρητορείας «επενδυμένης» με λογοτεχνικούς όρους.

Το Σάνσετ Παρκ είναι η ιστορία της οικογένειας Χέλερ, ο χωρισμός και η επανένωση, η αδυναμία των γενιών να συνεννοηθούν μεταξύ τους, τα όνειρα που χάθηκαν κάπου στην πορεία, το παρελθόν που επιβλέπει σαν απηνής φρουρός το παρόν και δεν του επιτρέπει να αναπνεύσει. Είναι η αμηχανία μπρος στο άγνωστο και το πισθάγκωνο δέσιμο (sic) με τους εφιάλτες που ξυπνούν από τα βάθη του χρόνου. Είναι η ταινία «Τα καλύτερα χρόνια της ζωής μας» του Γουίλιαμ Γουάιλερ που μελετάει η φοιτήτρια Άλις –μία εκ των πρωταγωνιστών της ιστορίας– και η οποία μπορεί να αναφέρεται σε μια άλλη, μεταπολεμική κοινωνία, ωστόσο οι γέφυρες με το τώρα των ηρώων (όλοι τους μεταξύ 20-30 ετών) δεν λένε να καούν.

Ο Μάιλς Χέλερ συγκεφαλαιώνει όλη την τραγικότητα της εποχής – φέρει πάνω του εκείνο το πληγωτικό σημάδι ενός γεγονότος από το οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει. Οι ακίδες των τύψεων τον τρυπούν ακαταπαύστως, καθώς θεωρεί πως είναι η αιτία που σκοτώθηκε ο ετεροθαλής αδερφός του. Γίνεται ένας αναχωρητής, ένας πλάνης που αναγκάζεται να απαρνηθεί ακόμα και τον έρωτά του, μια ανήλικη Κουβανή μορφονιά. Οι γονείς του έχουν χωρίσει, ο καθένας τράβηξε τον δρόμο του. Ο πατέρας του «τρέχει» έναν εκδοτικό οίκο που πνέει τα λοίσθια (να, μια έμμεση κριτική του Όστερ για τα εκδοτικά πράγματα) και η μητέρα του είναι μια νευρωτική θεραπαινίδα του θεάτρου, αδιάφορη και αφιλόξενη σε οποιοδήποτε συναίσθημα μητρικής αγάπης. Στο ενδιάμεσο ο Χέλερ προσπαθεί να συγκροτήσει έναν μικρό πυρήνα προσωπικότητας για να αντέξει την επαπειλούμενη πτώση. Κάπου εκεί, στο Σάνσετ Παρκ, συναντάει τον ιδιόρρυθμο Μπινγκ, την καταθλιπτική Έλεν που δουλεύει σε μεσιτικό γραφείο και τη φοιτήτρια Άλις που προσπαθώντας να τελειώσει το διδακτορικό της αναγκάζεται να κάνει διάφορες δουλειές του ποδαριού.

Για τα δύσκολα χρόνια, τα χρόνια της ζωής των ΗΠΑ, έχουν γράψει πολλοί: εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με έναν Τζον Στάινμπεκ ή έναν Άπτον Σίνκλερ. Το υπόβαθρο των ιστοριών του Όστερ είναι ολότελα διαφορετικό. Η γλώσσα και το άπλωμα των ιστοριών είναι ένα εμπνευσμένο ντιμινουέντο. Το στοιχείο της αποδραματοποίησης είναι καίριο στα μυθιστορήματα του Όστερ, αφήνει τους ήρωες να μιλήσουν τη γλώσσα του δέρματος και της ψυχής τους. Όταν επεμβαίνει, το κάνει με τρόπο υποδόριο, ολότελα απροσχημάτιστο. Το Σάνσετ Παρκ είναι η ιστορία μιας δύσκολης περιόδου για τις ΗΠΑ εστιασμένη στον μικρόκοσμο της τετράδας αυτών των νέων και ακόμα πιο πολύ στην εσωτερική αγωνία του Χέλερ (ένας άλλος κόσμος, βαθύς και ανερμήνευτος).

Η μετάφραση ανήκει στον Σπύρο Γιανναρά και είναι απόλυτα συμβατή με το ύφος και το πνεύμα του μυθιστορήματος.


Διονύσης Μαρίνος // Diavasame.gr





© 2018 PROSPERUS Με επιφύλαξη κάθε νόμιμου δικαιώματος.